Ισχυρό κύμα πιέσεων καταγράφεται στο Χρηματιστήριο Αθηνών, καθώς η κλιμάκωση της έντασης στη Μέση Ανατολή πυροδοτεί διεθνή αποστροφή ρίσκου και μαζικές ρευστοποιήσεις. Ο Γενικός Δείκτης διολισθαίνει κάτω από τις 2.200 μονάδες, σημειώνοντας απώλειες 3,6% και διαμορφώνεται στις 2.196 μονάδες, με τον τζίρο να εκτοξεύεται στα 55 εκατ. ευρώ και τον όγκο συναλλαγών στα 9 εκατ. τεμάχια.
Στο επίκεντρο των πιέσεων βρίσκονται οι τράπεζες, με τον τραπεζικό δείκτη να υποχωρεί κατά 4,8% στις 2.436 μονάδες. Ο δείκτης υψηλής κεφαλαιοποίησης FTSE 25 καταγράφει πτώση 3,4% στις 5.601 μονάδες, ενώ ο FTSEM της μεσαίας κεφαλαιοποίησης κινείται χαμηλότερα κατά 3,2% στις 2.673 μονάδες.
Η αρνητική εικόνα έρχεται μετά από έναν Φεβρουάριο που έκλεισε με απώλειες 1,6%, με τον τραπεζικό κλάδο να δέχεται τις ισχυρότερες πιέσεις. Το ξεκίνημα του Μαρτίου αποδεικνύεται ιδιαίτερα δύσκολο, καθώς η στρατιωτική σύγκρουση μεταξύ ΗΠΑ–Ισραήλ και Ιράν κλιμακώνεται, εντείνοντας την αβεβαιότητα στις αγορές.
Η απόφαση της Τεχεράνης να κλείσει τα Στενά του Ορμούζ έχει οδηγήσει σε άλμα των τιμών πετρελαίου, με το Brent να προσεγγίζει τα 80 δολάρια ανά βαρέλι, καταγράφοντας άνοδο περίπου 10%. Παράλληλα, οι επενδυτές στρέφονται στον χρυσό, ο οποίος ενισχύεται άνω του 3%, επιβεβαιώνοντας την αναζήτηση ασφαλών καταφυγίων. Σημαντικές απώλειες σημειώνονται και στα ευρωπαϊκά χρηματιστήρια, καθώς και στα futures της Wall Street.
Παρά το αρνητικό κλίμα, αναλυτές επισημαίνουν ότι ιστορικά οι αγορές τείνουν να αντιδρούν έντονα αλλά βραχυπρόθεσμα στην έναρξη πολεμικών συγκρούσεων, ιδίως όταν τα γεγονότα έχουν εν μέρει προεξοφληθεί. Ωστόσο, καθοριστικός παράγοντας για την πορεία των αγορών θα είναι η διάρκεια και η ένταση της σύγκρουσης.
Η χθεσινή συνεδρίαση ξεκίνησε με απότομη καθοδική κίνηση, οδηγώντας σε διάσπαση σημαντικών τεχνικών στηρίξεων στις 2.260 και 2.230 μονάδες, επιβαρύνοντας περαιτέρω το επενδυτικό κλίμα και αυξάνοντας την αβεβαιότητα για τη βραχυπρόθεσμη πορεία της αγοράς.



