Το Performance IBM Executive Forum 2026 επιβεβαίωσε ότι η τεχνητή νοημοσύνη έχει πλέον περάσει οριστικά από τη φάση του πειραματισμού στην εποχή της πραγματικής επιχειρηματικής αξιοποίησης. Κεντρικό μήνυμα της διοργάνωσης ήταν ότι το AI δεν αποτελεί πλέον μία τεχνολογία του μέλλοντος, αλλά έναν στρατηγικό μοχλό ανάπτυξης που καλείται να προσφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα, βελτιωμένη παραγωγικότητα και ουσιαστική επιχειρηματική αξία.
Το Performance IBM Executive Forum 2026 απέδειξε ότι η επόμενη ημέρα του επιχειρηματικού κόσμου διαμορφώνεται ήδη σήμερα. Σε έναν κόσμο όπου η τεχνητή νοημοσύνη εξελίσσεται με πρωτοφανή ταχύτητα, οι επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να συνδυάσουν αποτελεσματικά δεδομένα, αυτοματοποίηση, σύγχρονες υποδομές και ανθρώπινο δυναμικό θα είναι εκείνες που θα διαμορφώσουν τους νέους κανόνες ανταγωνιστικότητας και ανάπτυξης για την επόμενη δεκαετία.
Πιο συγκεκριμένα ο Άγγελος Βλαχόπουλος, Manager of IBM Technology Unit, εκτιμά ότι η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί μία από τις σημαντικότερες τεχνολογικές επαναστάσεις των τελευταίων δεκαετιών και αναμένεται να διαμορφώσει ένα εντελώς νέο επιχειρηματικό τοπίο τα επόμενα χρόνια. Αναφερόμενος στον τρόπο με τον οποίο τα Agentic AI συστήματα και οι AI Agents θα επηρεάσουν τις επιχειρήσεις, υπογραμμίζει ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια περίοδο όπου θα υπάρξουν ξεκάθαρα κερδισμένοι και χαμένοι.
«Οι οργανισμοί που θα ενσωματώσουν έγκαιρα το AI στο επιχειρηματικό τους μοντέλο θα αποκτήσουν ένα σημαντικό ανταγωνιστικό πλεονέκτημα. Πρόκειται για μια τεχνολογική καινοτομία που εμφανίζεται μία φορά κάθε δύο δεκαετίες και έχει τη δυναμική να αλλάξει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι επιχειρήσεις. Όσοι κινηθούν γρήγορα θα είναι σε θέση να αυξήσουν σημαντικά την παραγωγικότητά τους, να μειώσουν τους χρόνους ολοκλήρωσης κρίσιμων διαδικασιών και να δημιουργήσουν νέα επιχειρηματικά μοντέλα που μέχρι σήμερα δεν ήταν εφικτά», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, διεθνείς μελέτες δείχνουν ότι οι επιχειρήσεις που αξιοποιούν συστηματικά το AI μπορούν να επιτύχουν βελτίωση παραγωγικότητας που σε ορισμένες περιπτώσεις προσεγγίζει το 60%-70%, ενώ παράλληλα επιταχύνουν σημαντικά τους επιχειρησιακούς κύκλους τους. Το αποτέλεσμα είναι η δημιουργία ενός διατηρήσιμου ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος, το οποίο μπορεί να αποδώσει αξία για πολλά χρόνια.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Βλαχόπουλος στο ζήτημα του AI Governance, το οποίο θεωρεί κρίσιμο για τη μαζική υιοθέτηση της τεχνητής νοημοσύνης από τις επιχειρήσεις. «Τα τελευταία χρόνια οι οργανισμοί επένδυσαν σημαντικά στο Data Governance. Σήμερα βλέπουμε ότι το AI Governance εξελίσσεται σε αντίστοιχη προτεραιότητα. Όσο περισσότερο ενσωματώνεται το AI στις καθημερινές λειτουργίες μιας επιχείρησης, τόσο μεγαλύτερη είναι η ανάγκη για διαφάνεια, έλεγχο, λογοδοσία και συμμόρφωση με τα νέα κανονιστικά πλαίσια».
Συνεχίζοντας εξηγεί ότι η IBM έχει αναπτύξει λύσεις που επιτρέπουν την αυτοματοποίηση του AI Governance, βοηθώντας οργανισμούς κάθε μεγέθους να αξιοποιήσουν την τεχνητή νοημοσύνη με υπευθυνότητα και ασφάλεια. «Στόχος μας είναι να δώσουμε στους οργανισμούς την αυτοπεποίθηση να αξιοποιήσουν το AI χωρίς να αντιμετωπίζουν το κανονιστικό πλαίσιο ως ένα ακόμη βάρος. Οι λύσεις μας επιτρέπουν τη συνεχή παρακολούθηση των μοντέλων, τον έλεγχο πιθανών bias, την αξιολόγηση της απόδοσης και της αξιοπιστίας τους, καθώς και τη δυνατότητα τεκμηρίωσης των αποφάσεων που λαμβάνονται μέσω AI. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό τόσο για μεγάλους οργανισμούς με πολλαπλές υλοποιήσεις όσο και για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που δεν διαθέτουν εξειδικευμένους πόρους για να διαχειριστούν αυτές τις απαιτήσεις».
Σχετικά με την ελληνική αγορά, ο Manager της IBM Technology Unit εμφανίζεται αισιόδοξος για τον βαθμό ωριμότητας που παρουσιάζει σήμερα η χώρα στην υιοθέτηση προηγμένων τεχνολογιών: «Βλέπουμε ολοένα και περισσότερα κρίσιμα workloads να μεταφέρονται σε hybrid cloud περιβάλλοντα, αξιοποιώντας τόσο on–premise υποδομές όσο και hyperscalers. Η στρατηγική συνεργασία της IBM με τη Red Hat και το ανοιχτό οικοσύστημα τεχνολογιών που διαθέτουμε επιτρέπει στους οργανισμούς να αναπτύσσουν και να διαχειρίζονται εφαρμογές με ευελιξία, ανεξαρτήτως του περιβάλλοντος στο οποίο λειτουργούν».
Αναφερόμενος στην πορεία του AI στην Ελλάδα, εκτιμά ότι η αγορά αφήνει πλέον πίσω της την περίοδο των πιλοτικών έργων και εισέρχεται σε μια φάση ουσιαστικών υλοποιήσεων με μετρήσιμα επιχειρηματικά αποτελέσματα. Συγκεκριμένα αναφέρει ότι «Τα τελευταία χρόνια είδαμε πολλές επιχειρήσεις να πειραματίζονται με Proof of Concepts και πιλοτικά έργα. Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα διαφορετικό σημείο. Οι οργανισμοί προχωρούν σε πραγματικές παραγωγικές υλοποιήσεις και αρχίζουν να βλέπουν απτά αποτελέσματα. Όσο αυξάνεται η εμπιστοσύνη προς το AI και ενισχύονται οι μηχανισμοί διακυβέρνησης, τόσο περισσότερο η τεχνητή νοημοσύνη θα γίνεται αναπόσπαστο μέρος της καθημερινής λειτουργίας των επιχειρήσεων».
Καταλήγοντας, ο Άγγελος Βλαχόπουλος, εκφράζει την πεποίθηση ότι τα επόμενα χρόνια θα οδηγήσουν σταδιακά στη δημιουργία οργανισμών με προσέγγιση «AI First», όπου η τεχνητή νοημοσύνη θα συμμετέχει ενεργά τόσο στις επιχειρησιακές διαδικασίες όσο και στη λήψη αποφάσεων: «Το μέλλον ανήκει στις επιχειρήσεις που θα καταφέρουν να συνδυάσουν αξιόπιστα δεδομένα, ισχυρή διακυβέρνηση, Hybrid Cloud υποδομές και προηγμένες AI δυνατότητες. Τότε το AI δεν θα αποτελεί απλώς ένα εργαλείο υποστήριξης, αλλά έναν βασικό μηχανισμό παραγωγής αξίας και επιχειρηματικής ανάπτυξης».
Το ΑΙ είναι το Α και το Ω των σύγχρονων επιχειρήσεων
Ο Ηλίας Σταυρόπουλος, IBM Technology Technical Country Leader, υπογραμμίζει από τη πλευρά του ότι η πραγματική αξία του AI δεν βρίσκεται στις μεμονωμένες εφαρμογές παραγωγικότητας, αλλά στην ενσωμάτωσή του στον πυρήνα των επιχειρησιακών διαδικασιών: «Όταν μιλάμε για AI, δεν αναφερόμαστε απλώς στη δημιουργία παρουσιάσεων, στη σύνοψη e-mails ή στην αλληλεπίδραση με έναν ψηφιακό βοηθό. Αυτές είναι χρήσιμες εφαρμογές, αλλά δεν είναι εκεί που παράγεται η πραγματική επιχειρηματική αξία. Οι οργανισμοί που βλέπουν τα μεγαλύτερα οφέλη είναι εκείνοι που ενσωματώνουν το AI ως αναπόσπαστο μέρος των επιχειρησιακών τους διαδικασιών και το χρησιμοποιούν για τη λήψη αποφάσεων, την αυτοματοποίηση λειτουργιών και τη βελτιστοποίηση της καθημερινής τους δραστηριότητας», αναφέρει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, για να μπορέσει ένας AI Agent να λειτουργήσει αποτελεσματικά και να λαμβάνει αξιόπιστες αποφάσεις, απαιτείται πρόσβαση σε συνεχή και ενημερωμένη ροή δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. «Πλατφόρμες όπως το Apache Kafka και το Apache Flink, οι αποτελούν σήμερα το πρότυπο για το data streaming και την επεξεργασία δεδομένων σε πραγματικό χρόνο. Επιτρέπουν στους οργανισμούς να τροφοδοτούν συνεχώς τα AI συστήματα με φρέσκα δεδομένα, να προσφέρουν το κατάλληλο επιχειρησιακό context και να διασφαλίζουν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται με βάση την πιο πρόσφατη εικόνα της πραγματικότητας».
Παράλληλα, τονίζει ότι η παροχή δεδομένων στους AI Agents πρέπει να συνοδεύεται από ισχυρούς μηχανισμούς διακυβέρνησης, ασφάλειας και ελέγχου.
Ερωτηθείς για τα οφέλη που μπορεί να αποκομίσει ένας οργανισμός από τη μετάβαση σε Real-Time Enterprise Architectures, ο Σταυρόπουλος εμφανίζεται κατηγορηματικός: «Οι επιχειρήσεις έχουν πλέον κατανοήσει ότι το μέλλον βρίσκεται στις αρχιτεκτονικές πραγματικού χρόνου. Μόνο μέσα από αυτές μπορούν να αξιοποιήσουν πλήρως τις δυνατότητες του AI, να αυξήσουν την παραγωγικότητά τους και να δημιουργήσουν νέες πηγές επιχειρηματικής αξίας. Η δυνατότητα λήψης αποφάσεων τη στιγμή που συμβαίνει ένα γεγονός και όχι ώρες ή ημέρες αργότερα αποτελεί στρατηγικό πλεονέκτημα για κάθε οργανισμό», αναφέρει.
Ωστόσο, επισημαίνει ότι η μετάβαση αυτή συνοδεύεται από σημαντικές προκλήσεις. Η μεγαλύτερη αφορά τον κατακερματισμό των δεδομένων που χαρακτηρίζει τις περισσότερες σύγχρονες επιχειρήσεις. «Σχεδόν κάθε οργανισμός διαθέτει δεκάδες ή και εκατοντάδες εφαρμογές, γεγονός που οδηγεί σε διάσπαρτα δεδομένα και απομονωμένα πληροφοριακά συστήματα. Για να μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά το AI, αυτά τα δεδομένα πρέπει να συνδεθούν και να ενοποιηθούν. Η δημιουργία ενός ενιαίου data fabric αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την επιτυχία οποιασδήποτε στρατηγικής AI».
Επιπλέον, όπως εξηγεί, τα δεδομένα πρέπει να είναι κατάλληλα προετοιμασμένα ώστε να μπορούν να αξιοποιηθούν από τα Agentic AI συστήματα αφού «Δεν αρκεί να υπάρχουν δεδομένα. Πρέπει να είναι κατανοητά από τα AI μοντέλα, να ακολουθούν κοινά πρότυπα και να έχουν υποστεί την κατάλληλη επεξεργασία. Από το data modeling μέχρι τις τεχνικές chunking και την προετοιμασία του περιεχομένου για χρήση σε AI περιβάλλοντα, όλα παίζουν καθοριστικό ρόλο στην ποιότητα των αποτελεσμάτων που θα παραχθούν».
Καταλήγοντας, ο Ηλίας Σταυρόπουλος υπογραμμίζει ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί και επισημαίνει ότι «οι περισσότερες επιχειρήσεις κατανοούν πλέον τις προκλήσεις, όμως δυσκολεύονται να μετατρέψουν τη θεωρία σε πράξη. Χρειάζονται ένα σαφές playbook, μια συγκεκριμένη μεθοδολογία και ένα ολοκληρωμένο μοντέλο υλοποίησης που θα τους επιτρέψει να μετασχηματίσουν τα δεδομένα τους σε πραγματική επιχειρηματική αξία. Όσοι καταφέρουν να το πετύχουν θα είναι οι οργανισμοί που θα πρωταγωνιστήσουν στην εποχή του AI και της αυτοματοποίησης», καταλήγει.
Εξοικείωση με το ΑΙ… τώρα!
Ο Διονύσης Χιντζίδης, CEO της Performance Technologies, αναφερόμενος στον ρόλο του AI στον επιχειρηματικό μετασχηματισμό, τόνισε ότι η αγορά περνά πλέον από τη φάση των πιλοτικών εφαρμογών στη φάση της πραγματικής παραγωγικής αξιοποίησης όπου «το AI δεν έρχεται πλέον απλώς να βοηθήσει σε αποσπασματικά tasks, αλλά να αναλάβει -μέσω των Agentic AI- μια ολόκληρη διαδικασία, να τη διαχειριστεί και να λάβει αποφάσεις μέσα σε συγκεκριμένα πλαίσια. Για να υιοθετηθεί όμως αυτό ουσιαστικά, χρειάζεται ο οργανισμός να διαθέτει ωριμότητα, γνώση και εμπειρία» αναφέρει χαρακτηριστικά.
Αναφερόμενος στη στρατηγική της Performance Technologies, ο Διονύσης Χιντζίδης υπογράμμισε ότι η εταιρεία δεν σχεδιάζει αλλαγή κατεύθυνσης, καθώς οι τομείς στους οποίους δραστηριοποιείται παραμένουν ιδιαίτερα επίκαιροι και παρουσιάζουν υψηλή ζήτηση: «Οι περιοχές στις οποίες δραστηριοποιούμαστε έχουν σήμερα ισχυρή ζήτηση. Το ζητούμενο για εμάς είναι να διαθέτουμε το απαραίτητο capacity, ώστε να μπορούμε να ανταποκριθούμε σε περισσότερα και μεγαλύτερα έργα. Παράλληλα, εξετάζουμε πώς μπορούμε να αξιοποιήσουμε το AI και στις δικές μας εσωτερικές διαδικασίες, αλλά και πώς θα επηρεάσει κρίσιμες δραστηριότητες, όπως τα managed services, που αποτελούν σημαντικό κομμάτι της λειτουργίας μας», ανέφερε.
Από την πλευρά του, ο Ανδρέας Τσανγκάρης, CTO της Performance Technologies, επεσήμανε ότι η εισαγωγή του AI θα αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα για την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών επιχειρήσεων την επόμενη δεκαετία. Όπως ανέφερε, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει έλλειμμα παραγωγικότητας σε σχέση με το διεθνές περιβάλλον και η αξιοποίηση του AI μπορεί να λειτουργήσει ως επιταχυντής για την κάλυψη αυτού του κενού.
«Δεν αρκεί οι ελληνικές επιχειρήσεις απλώς να υιοθετήσουν το AI. Πρέπει να πρωταγωνιστήσουν στην αξιοποίησή του, ώστε να ενισχύσουν την παραγωγικότητα, να μειώσουν αποστάσεις από τον διεθνή ανταγωνισμό και να παραμείνουν ανταγωνιστικές. Δεν είναι μόνο ζήτημα τεχνολογικής εξέλιξης, αλλά ζήτημα επιβίωσης και ανάπτυξης για την ελληνική οικονομία», σημείωσε.
Ο Κωνσταντίνος Χρονόπουλος, Cloud Business Unit Director της Performance Technologies, στάθηκε στη σημασία της τεχνογνωσίας και των εξειδικευμένων δεξιοτήτων που έχει αναπτύξει η εταιρεία, επισημαίνοντας ότι αυτές μπορούν να αποτελέσουν βάση για περαιτέρω ανάπτυξη, ακόμη και πέρα από την ελληνική αγορά.
Σε σχέση με τον ανταγωνισμό και τις αλλαγές που ενδέχεται να προκύψουν στην αγορά μετά την ολοκλήρωση μεγάλων έργων, η διοίκηση της Performance Technologies εμφανίστηκε συγκρατημένα αισιόδοξη. Όπως επισημάνθηκε, η εταιρεία έχει περιορισμένη έκθεση σε έργα του Δημοσίου και συνεχίζει να αντλεί το μεγαλύτερο μέρος των εσόδων της από μεγάλους εταιρικούς πελάτες: «Ο ανταγωνισμός είναι δεδομένος και θα συνεχίσει να υπάρχει. Το σημαντικό είναι να είσαι σωστά τοποθετημένος, να παράγεις πραγματικό έργο με ουσία και αξία για τον πελάτη και να εξελίσσεσαι διαρκώς. Πρέπει να βλέπεις τα λάθη σου, να διορθώνεις τις αδυναμίες σου και να απαντάς στις ανάγκες της αγοράς με συνέπεια και ταχύτητα», κατέληξε.
Ο Χρήστος Γαλανόπουλος, Solutions Architect της Performance Technologies, εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις βρίσκονται μπροστά σε μια βαθιά αλλαγή του τρόπου εργασίας, καθώς πολλές από τις παραδοσιακές εργασίες που μέχρι σήμερα εκτελούνταν από ανθρώπους αναμένεται να αυτοματοποιηθούν σε μεγάλο βαθμό. Συγκεκριμένα εξηγεί ότι «μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος της εργασίας βασιζόταν στην εκτέλεση συγκεκριμένων καθηκόντων μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο. Αυτό αλλάζει ριζικά. Βλέπουμε ήδη το φαινόμενο στον χώρο του software development, όπου το παραδοσιακό μοντέλο με μεγάλες ομάδες που αναλαμβάνουν τμηματικά την ανάπτυξη κώδικα, μετασχηματίζεται με ταχύτατους ρυθμούς. Το AI αναλαμβάνει πλέον μεγάλο μέρος της παραγωγικής διαδικασίας και μεταβάλλει τον ρόλο των ανθρώπων», σημειώνει.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η πραγματική πρόκληση για τους οργανισμούς δεν είναι η υιοθέτηση της τεχνολογίας, αλλά η δημιουργία στελεχών που θα μπορούν να αναλαμβάνουν ευθύνη, να λαμβάνουν αποφάσεις και να καθοδηγούν τη χρήση των νέων εργαλείων: «Στο μέλλον δεν θα αξιολογείται κάποιος από το πόσα tickets διαχειρίζεται, πόσα αιτήματα επεξεργάζεται ή πόσες ώρες αφιερώνει σε επαναλαμβανόμενες εργασίες. Η αξία θα προκύπτει από την ικανότητα λήψης αποφάσεων, την ανάληψη πρωτοβουλιών και την αποτελεσματική αξιοποίηση των δυνατοτήτων που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη. Αυτού του είδους τα στελέχη είναι σήμερα περιορισμένα και αυτό ενδέχεται να δημιουργήσει ένα νέο είδος έλλειψης ανθρώπινου δυναμικού τα επόμενα χρόνια», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η επιτυχής μετάβαση προς το Agentic Enterprise απαιτεί σημαντικές επενδύσεις στην εκπαίδευση και στην ανάπτυξη νέων δεξιοτήτων. Ωστόσο, όπως επισημαίνει, η συζήτηση δεν πρέπει να περιορίζεται αποκλειστικά στη χρήση εργαλείων AI αφού «σήμερα υπάρχουν πολλά εκπαιδευτικά προγράμματα που επικεντρώνονται στο πώς χρησιμοποιείται ένα εργαλείο AI. Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Η χρήση του AI έχει ήδη γίνει μέρος της καθημερινότητας για εκατομμύρια ανθρώπους. Το πραγματικό ζητούμενο είναι η ανάπτυξη των soft skills, της κριτικής σκέψης, της ικανότητας λήψης αποφάσεων, της ηγεσίας και της ανάληψης ευθύνης. Αυτές είναι οι δεξιότητες που θα καθορίσουν ποιοι οργανισμοί και ποια στελέχη θα ξεχωρίσουν στη νέα εποχή».



