Η ραγδαία αύξηση των ηλεκτρονικών απατών οδηγεί στη διαμόρφωση ενός νέου εθνικού πλαισίου προστασίας, το οποίο περιλαμβάνει δεκατρία μέτρα για τον ταχύτερο εντοπισμό και τον περιορισμό των περιστατικών. Οι δράστες χρησιμοποιούν πλέον phishing, παραποιημένους τηλεφωνικούς αριθμούς, ψεύτικες επενδυτικές πλατφόρμες, αλλά και βίντεο ή φωνές που δημιουργούνται με τεχνητή νοημοσύνη.
Κεντρική θέση στον σχεδιασμό έχει η δημιουργία Εθνικού Κέντρου Αντιμετώπισης Απάτης, το οποίο θα λειτουργεί σε 24ωρη βάση και θα συνδέει την ΕΛ.ΑΣ., τις τράπεζες, τους τηλεπικοινωνιακούς παρόχους, την ΑΑΔΕ και άλλους αρμόδιους φορείς. Επιπλέον, προβλέπεται εθνική βάση δεδομένων για οικονομικά εγκλήματα, κοινό σύστημα ειδοποίησης μεταξύ των τραπεζών και αυτοματοποιημένος εντοπισμός ύποπτων λογαριασμών.
Στόχος είναι οι κρίσιμες ενέργειες να ολοκληρώνονται μέσα σε 30 λεπτά, ώστε να περιορίζεται η μεταφορά ή η ανάληψη των χρημάτων πριν χαθούν οριστικά. Εξετάζεται επίσης η εφαρμογή προσωρινής καθυστέρησης σε συναλλαγές υψηλού κινδύνου, όταν τα συστήματα εντοπίζουν ενδείξεις απάτης.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η προτεινόμενη πιστοποίηση της ταυτότητας των τηλεφωνικών αριθμών, ώστε να εμποδίζεται η εμφάνιση πλαστών κλήσεων από δήθεν τράπεζες ή δημόσιες υπηρεσίες. Στο σχέδιο περιλαμβάνονται ακόμη η ταχεία αφαίρεση ιστοσελίδων phishing και η δημιουργία εξειδικευμένης ομάδας για επενδυτικές απάτες και deepfakes.
Τα μέτρα παραμένουν υπό επεξεργασία και απαιτούν νομοθετικές παρεμβάσεις, ιδιαίτερα σε θέματα προσωπικών δεδομένων και συνεργασίας μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων.



