Η νέα εποχή της ασφάλειας δεν αφορά μόνο τα μεγάλα αστικά κέντρα. Αφορά εξίσου τα χωριά, τις μικρές πόλεις, τις απομακρυσμένες τουριστικές περιοχές, τις αγροτικές εγκαταστάσεις και τις επιχειρήσεις της ελληνικής περιφέρειας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν αυτές οι περιοχές είναι πραγματικά έτοιμες να αξιοποιήσουν τις δυνατότητες της σύγχρονης τεχνολογίας.
Οι κάμερες με AI, οι αισθητήρες, τα συστήματα έγκαιρης ανίχνευσης πυρκαγιάς, τα drones και τα σύγχρονα κέντρα λήψης σημάτων μπορούν να εντοπίσουν έναν κίνδυνο πριν λάβει μεγάλες διαστάσεις. Για να λειτουργήσουν, όμως, απαιτούν γρήγορα και αξιόπιστα δίκτυα δεδομένων. Σε αρκετές περιοχές της χώρας, οι υποδομές παραμένουν ανεπαρκείς, με διακοπές σύνδεσης και περιορισμένη κάλυψη. Ένα έξυπνο σύστημα είναι χρήσιμο μόνο όταν μπορεί να μεταδώσει άμεσα την πληροφορία.
Υπάρχει και το ζήτημα της νοοτροπίας. Στην επαρχία, η ασφάλεια εξακολουθεί συχνά να συνδέεται με την ανθρώπινη παρουσία, τον γείτονα, τον φύλακα ή τον αστυνομικό που γνωρίζει την περιοχή. Η μετάβαση στα ηλεκτρονικά συστήματα δημιουργεί επιφυλάξεις. Η τεχνολογία, ωστόσο, δεν έρχεται να καταργήσει τον άνθρωπο, αλλά να ενισχύσει την αντίληψη, την ταχύτητα και την αποτελεσματικότητά του.
Το μεγαλύτερο ζήτημα παραμένει η επέμβαση. Ακόμη και όταν ένα συμβάν εντοπιστεί αμέσως, μπορούν η Αστυνομία, η Πυροσβεστική και το ΕΚΑΒ να φτάσουν εγκαίρως σε ένα απομακρυσμένο χωριό, ένα νησί ή μια δύσβατη περιοχή; Χωρίς επαρκές προσωπικό, μέσα και σωστό επιχειρησιακό σχεδιασμό, η έγκαιρη ειδοποίηση δεν αρκεί.
Η ελληνική περιφέρεια μπορεί να περάσει στη νέα εποχή της ασφάλειας. Χρειάζεται, όμως, επενδύσεις στα δίκτυα, εκπαίδευση των κατοίκων, ενίσχυση των υπηρεσιών έκτακτης ανάγκης και συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα. Γιατί η πραγματική ασφάλεια δεν είναι μόνο να γνωρίζουμε εγκαίρως τι συμβαίνει. Είναι να μπορούμε και να αντιδράσουμε εγκαίρως.



