Η ασφάλεια αποτελεί μια συνεχή ανάπτυξη πρακτικών και διαδικασιών, με τις εξελίξεις στην τεχνολογία και στις σύγχρονες απειλές να την καθιστούν δύσκολη κατά καιρούς.
Παρόλο που η ασφάλεια από τοποθεσία σε τοποθεσία μπορεί να διαφέρει, υπάρχει ένας κοινός παρονομαστής, η προστασία.
Για να κατανοήσετε τι προστατεύουν τα μέτρα ασφαλείας σας, πρέπει να γνωρίζετε ποια είναι τα περιουσιακά σας στοιχεία ωστόσο, η απώλεια δεν ορίζεται μόνο σε ύλη και χρηματική αξία, αλλά και στην ίδια τη ζωή.
Οι δομές είναι ένα άλλο κοινό περιουσιακό στοιχείο που απαιτεί προστασία. Ένα βασικό ερώτημα που πρέπει να τεθεί σχετικά, είναι αν μπορεί η υπηρεσία φύλαξης να συνεχιστεί σε άλλη τοποθεσία ή δομή χωρίς να προκληθούν σημαντικές επιπτώσεις στις λειτουργίες.
Εν προκειμένω, είναι ευθύνη του επαγγελματία ασφαλείας να αντιμετωπίσει τα περιουσιακά στοιχεία και τα ισχύοντα μέτρα ασφαλείας. Οι πρακτικές και οι διαδικασίες ασφαλείας έχουν εξελιχθεί σε έναν εκτενή κατάλογο στοιχείων “check the box”, με την υλική ασφάλεια να επικεντρώνεται στις βασικές απαιτήσεις πρόσβασης σε εγκαταστάσεις και σε συστήματα πληροφοριών.
Αντίστοιχα, η ασφάλεια των πληροφοριών θα πρέπει να επικεντρώνεται στον κατάλληλο χειρισμό για τη διασφάλισή τους ενώ εκείνη του προσωπικού οφείλει να εστιάζει στις εφαρμοστέες εξουσιοδοτήσεις, την υποβολή εκθέσεων και τα επίπεδα πρόσβασης.
Όταν οι επαγγελματίες ασφαλείας επικεντρώνονται στα βασικά, καθημερινά, ολόκληρο το πρόγραμμα ασφαλείας τους μπορεί να είναι διαχειρίσιμο.
Ωστόσο, η επιστροφή στις βασικές αρχές χάνεται όταν οι επαγγελματίες ασφαλείας δεν διατηρούν την εστίασή τους και στρέφονται σε μια αντιδραστική λειτουργία, η οποία μπορεί να προκύψει για διαφορετικούς λόγους.
Πιο συγκεκριμένα, μια αιτία μπορεί να είναι η έλλειψη οργανωτικών δεξιοτήτων, όταν για παράδειγμα ο επαγγελματίας ασφαλείας στερείται κατανόησης, αντίληψης ή ακόμη και εμπειρίας σε ορισμένες ή όλες τις δικλείδες ασφαλείας που απαιτούνται και συνάδουν με τη θέση του.
Το σημαντικό είναι ότι ο επαγγελματίας ασφαλείας οφείλει να αναγνωρίζει την τυχόν ανεπάρκειά του και να ξέρει πού να στραφεί και να αναζητήσει τις ορθές απαντήσεις και κατεύθυνση.
Η λειτουργία σε κατάσταση αντίδρασης δεν θα επιτρέψει ποτέ σε κανένα πρόγραμμα ασφαλείας να είναι αποτελεσματικό και σε περίπτωση που ένας επαγγελματίας ασφαλείας βρεθεί σε αυτή την κατάσταση, οφείλει να αφιερώσει χρόνο και να αναλογιστεί γιατί αντιμετωπίζει την τρέχουσα συνθήκη.
Επί τούτου, μπορεί να συντρέχουν πολλοί λόγοι όπως είναι η έλλειψη υποστήριξης διαχείρισης, χρηματοδότησης όπως και εμπειρίας.
Ο εντοπισμός αυτής της αιτίας είναι ένα μεγάλο βήμα προς τον εντοπισμό της βέλτιστης λύσης.
Στο τέλος της μέρας, ένας ειδικός ασφαλείας θα πρέπει να είναι ειλικρινής με τον εαυτό του όσον αφορά τις γνώσεις και την ικανότητά του στη δημιουργία, εφαρμογή και διαχείριση ενός προγράμματος ασφαλείας, προκειμένου ως επαγγελματίας με συνέπεια, να συμβάλει δυναμικά στην προάσπιση της ασφάλειας των συνανθρώπων του.



